Painting of a woman in a cafe

Όταν η ψυχοθεραπεία έχει τα υπαρξιακά της

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεραπευτικές προσεγγίσεις απέναντι στον ψυχικό πόνο είναι αυτή που προτείνει η λεγόμενη Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία, που εμφανίστηκε στα μέσα του 20ου αιώνα.

Η Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία δομήθηκε γύρω από την ιδέα ότι κάποιες ψυχικές διαταραχές (όπως το παθολογικο άγχος και η κατάθλιψη) οφείλονται στη δυσκολία του ατόμου να συμφιλιωθεί με ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατάστασης, η αδυναμία του απέναντι στα υπαρξιακά διλήμματα της ζωής. Έτσι, η ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή για τον ψυχικό πόνο αυτού του είδος δεν είναι τα φάρμακα αλλά ενδοσκόπηση, η φιλοσοφική διερεύνηση, η διεύρυνση της συνειδητότητας και η αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης.

Η Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία έχει τις ρίζες της σε τρία θεωρητικά συστήματα: τη Φαινομενολογία, την Ανθρωπιστική Ψυχολογία και τον Υπαρξισμό. Από τη Φαινομενολογία δανείζεται την ιδέα ότι οφείλουμε να μελετάμε όχι κάποιου είδους αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά την άμεση εμπειρία του ατόμου. Ο Ludwig Binswanger, ένας από τους πιο γνωστούς υπαρξιακούς ψυχαναλυτές, συνοψίζει αυτή την αρχή λέγοντας “Δεν υπάρχει μόνο ένας χώρος και χρόνος, αλλά τόσοι χώροι και χρόνοι όσοι και οι άνθρωποι”. Από την Ανθρωπιστική Ψυχολογία, η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία παίρνει την ιδέα ότι το άτομο δεν είναι έρμαιο αιτιοκρατικών δυνάμεων όπως το ένστικτο, αλλά αντίθετα διαθέτει την ικανότητα να κατευθύνει και να αλλάξει τη ζωή του και να εκπληρώσει την εγγενή ανθρώπινη επιθυμία για αυτοπραγμάτωση. Τέλος, η Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία δανείζεται πολλές παρατηρήσεις για την ανθρώπινη κατάσταση από τους υπαρξιστές φιλοσόφους, οι οποίοι ασχολήθηκαν επισταμένως με τα θέματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τα “απόλυτα ζητήματα” της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ποιά είναι όμως αυτά τα ζητήματα, γιατί  μπορούν να δημιουργήσουν τόσο έντονο πόνο και πώς μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε; Ας εξετάσουμε συνοπτικά τέσσερα από αυτά: το Θάνατο, την Ελευθερία, τη Μοναξιά και την Απουσία Νοήματος.

***

Ο θάνατος είναι ίσως το πιο προφανές από τα “απόλυτα ζητήματα”. Σύμφωνα με τον ορισμό του Heidegger, ενώ η ζωή είναι “η δυνατότητα για δυνατότητες”, ο θάνατος είναι “ο αποκλεισμός κάθε περαιτέρω δυνατότητας” . Είναι το απόλυτο όριο που οριοθετεί αλλά και δομεί την ύπαρξή μας. Κάποιοι προτείνουν ότι ο φόβος του θανάτου παίζει κεντρικότατο ρόλο στην εσωτερική μας ζωή. Πίσω από κάθε μας στιγμή, κάθε απόφαση, κάθε συναίσθημα, υφέρπει το “Άγχος Θανάτου” που ασυνείδητα επηρεάζει τη συμπεριφορά μας και δομεί τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ο ψυχαναλυτής Gregory Zilboorg έγραψε ότι “Αν αυτός ο φόβος ήταν συνεχώς συνειδητός, δε θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε κανονικά. Πρέπει να καταπιέζεται αρκετά ώστε να μπορούμε να ζούμε με μια κάποια άνεση”. Ή, όπως το έθεσε πιο απλά ο Γάλλος συγγραφέας του 17ου αιώνα Francois de la Rochefoucauld “Δεν μπορείς να κοιτάξεις κατάματα τον ήλιο ή το θάνατο”. Εκκινώντας από αυτή την ιδέα, ο ψυχίατρος Robert J. Lifton διατύπωσε την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι καταπιέζουν την ιδέα του θανάτου προσπαθώντας να επιτύχουν μια “συμβολική αθανασία”. Αυτή η αθανασία επιτυγχάνεται με τρεις τρόπους: βιολογικά, με τη διαιώνιση του γονιδιώματος μέσω των απογόνων, θεολογικά, μέσα από την πίστη σε μια μετά θάνατον ζωή και τέλος δημιουργικά, με την απόπειρα να παράξουμε ένα έργο που θα ζήσει μετά από εμάς. Ωστόσο, το να καταπιέζουμε ή να απωθούμε το άγχος του θανάτου μπορεί και να μην είναι πάντα βοηθητικό. Πολλοί θεωρητικοί μας υπενθυμίζουν ότι μια δόση “άγχους θανάτου” στη συνειδητή μας εμπειρία μας βοηθάει να ζήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη ζωή. Ο φιλόσοφος Michel de Montaigne μας προτρέπει να εξοικειωθούμε με το θάνατο, να τον κρατάμε “στο πίσω μέρος του μυαλού μας” γιατί “αν κάποιος ξέρει πώς να πεθάνει, θα ξέρει και πώς να ζήσει”. Στο βιβλίο του “Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία”, ο Irvin Yalom αναφέρεται στο τι μπορεί να κερδίσουμε αν έρθουμε σε επαφή με το φόβο μας για το θάνατο: “Η άρνηση του θανάτου σε οποιοδήποτε επίπεδο είναι η άρνηση της βασικής μας φύσης και επιφέρει έναν όλο και μεγαλύτερο περιορισμό στην επίγνωση και στην εμπειρία. Η αποδοχή της ιδέας του θανάτου μας σώζει. Αντί να μας καταδικάζει σε μια ύπαρξη τρόμου ή ζοφερού πεσιμισμού, λειτουργεί ως καταλύτης για νας μας εισάγει σε πιο αυθεντικούς τρόπους ζωής και αυξάνει τη χαρά που παίρνουμε από τη ζωή μας.”

***

Ενώ ο θάνατος είναι το πιο προφανές από τα “απόλυτα ζητήματα”, η ελευθερία είναι ίσως το λιγότερο προφανές. Συνήθως υποθέτουμε ότι η ελευθερία είναι εξ ορισμού επιθυμητή. Ωστόσο πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι επιφυλακτικοί απέναντι την ελευθερία και όπως το έθεσε ο Erich Fromm, μπορεί να αναπτύξουν ένα Φόβο της Ελευθερίας. “Μπορεί η ελευθερία να είναι βάρος, πολύ δυσβάσταχτο μάλιστα για τον άνθρωπο - κάτι από το οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να δραπετεύσει;” αναρωτιέται  ο Fromm. Όταν είναι κανείς ελεύθερος, αυτό συνεπάγεται και ότι είναι απόλυτα υπεύθυνος για τη ζωή του - ο δημιουργός του πεπρωμένου του. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό και σημαντικό έργο που μας τρομοκρατεί, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να διαφεύγουν από την ελευθερία τους και συνεπώς από την ευθύνη του να χαράξουν τη δική τους πορεία στη ζωή. Ο Abraham Maslow έγραψε: “Είναι σίγουρα αληθές ότι πολλοί από εμάς ξεφεύγουμε από τις ουσιαστικές μας τάσεις (την κλήση μας, το πεπρωμένο, το σκοπό της ζωής, την αποστολή μας). Πολύ συχνά δραπετεύουμε από τις ευθύνες που μας επιβάλλει (ή μάλλον υποβάλει) η φύση, η ζωή”. Όταν κάποιος αποφεύγει τις ουσιαστικές του τάσεις καταλήγει να ζει “μη-αυθεντικά”. Ωστόσο ακόμα κι αυτό συμβεί, μπορούμε θεωρητικά να επιστρέψουμε σε μια πιο αυθεντική ύπαρξη μέσα από το συναίσθημα της ενοχής. Ο Irvin Yalom έγραψε: “Όταν κάποιος δε ζει όσο πιο ολοκληρωτικά μπορεί, βιώνει ένα βαθύ πανίσχυρο συναίσθημα το οποίο ονομάζω Υπαρξιακή Ενοχή. Η Υπαρξιακή Ενοχή είναι μια θετική, εποικοδομητική δύναμη, μια φωνή που καλεί κάποιον πίσω στον εαυτό του”.

***

Όταν αποδεχόμαστε την ελευθερία μας και συνεπώς το γεγονός ότι είμαστε αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη ζωή μας, αντιμετωπίζουμε την τρομακτική συνειδητοποίηση ότι είμαστε μόνοι μας. Η υπαρξιακή απομόνωση, δηλαδή το αγεφύρωτο κενό ανάμεσα σε εμάς και οποιοδήποτε άλλο ον είναι ένα ακόμα “απόλυτο ζήτημα” με το οποίο καλούμαστε να συμφιλιωθούμε κατά τη διάρκεια της ψυχικής μας ανάπτυξης. Ο ψυχοθεραπευτής του 20ου αιώνα Helmut Kaiser γράφει “Το να γίνει κανείς άτομο προϋποθέτει μια απόλυτη, θεμελιακή, αιώνια και απροσπέλαστη απομόνωση”. Αυτή η διαπίστωση εξηγεί το γιατί πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να “γίνουν άτομα”, προτιμώντας να απαλύνουν το αίσθημα της μοναξιάς μέσα από τον κομφορμισμό και την εμβύθιση στη μάζα. Ο Erich Fromm στο βιβλίο του “Απόδραση από την ελευθερία” σημείωσε αυτή τη στενή σχέση ανάμεσα στην υπαρξιακή απομόνωση και την ευπείθεια: “Ο άνθρωπος υιοθετεί εντελώς τον τύπο προσωπικότητας που του προσφέρουν οι κοινωνικές νόρμες κι έτσι εξομοιώνεται με τους άλλους και με τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Η ασυνέπεια μεταξύ του Εγώ και του κόσμου εξαφανίζεται και μαζί με αυτήν, ο φόβος της μοναξιάς και της αδυναμίας. Το άτομο που εγκαταλείπει τον ατομικό εαυτό του και μετατρέπεται σε ρομπότ, όμοιο με εκατομμύρια άλλα ρομπότ γύρω του, δεν χρειάζεται να νιώθει πια μόνο και φοβισμένο. Ωστόσο το τίμημα που πληρώνει είναι μεγάλο - είναι η απώλεια του ίδιου του εαυτού του ”.

Ο δρόμος προς την εξατομίκευση προϋποθέτει να μην αποφεύγει κανείς την απομόνωση, αλλά να την αγκαλιάζει, να την υποφέρει και να αντιμετωπίσει ενεργά το αίσθημα ότι είναι μόνος και εγκατελειμένος από τον κόσμο.

***

Το αίσθημα αυτό της εγκατάλειψης αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στο να διερωτηθούμε για το νόημα της ζωής - ένα ακόμα απόλυτο ζήτημα με το οποίο ο καθένας μας θα πρέπει να αναμετρηθεί. Είναι συνηθισμένο οι άνθρωποι να παλεύουν με το ερώτημα του νοήματος της ζωής, ένα ερώτημα που ο Albert Camus χαρακτήρισε “το πιο επείγον από όλα τα ερωτήματα”. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει καθοριστική σημασία, γιατί όπως σχολίασε ο Carl Jung “το νόημα κάνει πολλά πράγματα ανεκτά - ίσως τα πάντα”. Πολλοί υπαρξιστές έχουν τονίσει ότι το νόημα της ζωής είναι τελικά κάτι το εντελώς άπιαστο, αν όχι ανυπόστατο. Αυτό όμως δεν μας αποτρέπει από το να βρούμε ένα προσωπικό νόημα, μοναδικό για την ύπαρξη του καθενός μας. Η κατασκευή ενός προσωπικού νοήματος είναι ένα ατομικό έργο που απαιτεί μια ατομική λύση, δηλαδή καθένας από εμάς είναι απόλυτα υπεύθυνος να ανακαλύψει ή να εφεύρει το δικό του λόγο ύπαρξης. Πολλοί διανοητές έχουν καταλήξει ότι ένας τέτοιος λόγος (και μάλιστα ιδιαίτερα ισχυρός) μπορεί να είναι αυτό που ονομάζουμε “αυτοπραγμάτωση”: Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Αριστοτέλης διατύπωσε ότι το κατάλληλο τέλος ή σκοπός κάθε πράγματος είναι η πραγμάτωση του ίδιου του είναι του - δηλαδή η εκπλήρωση των εγγενών του δυνατοτήτων. Για παράδειγμα, ο σκοπός ενός βελανιδιού είναι να αναπτυχθεί σε μια υγιή βελανιδιά. Με τον ίδιο τρόπο, ο τελικός σκοπός ενός ατόμου είναι να πραγματώσει τις δυνατότητές που έχει ήδη μέσα του - μια ιδέα που εκφράστηκε με τα λόγια του Πίνδαρου “Γίνε αυτό που είσαι”. Το “να γίνει κανείς αυτό που είναι” δεν είναι κάτι εγγυημένο ή εύκολο, αλλά αντίθετα αποτελεί ένα δύσκολο και επίπονο έργο που απαιτεί αυτογνωσία, δέσμευση και θάρρος. Γι’ αυτό ωστόσο είναι ένας σκοπός αρκετά ισχυρός και ικανός να παρέχει νόημα στη ζωή μας. Ο Abraham Maslow συνοψίζει αυτή την ιδέα ως εξής: “Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι σε κάθε ανθρώπινο ον υπάρχει μια ενεργή τάση προς την υγεία, μια παρόρμηση προς την ανάπτυξη ή προς την εκπλήρωση των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ωστόσο την ίδια στιγμή ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη θλιβερή διαπίστωση ότι ελάχιστοι άνθρωποι τα καταφέρνουν. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού έρχεται στο σημείο της ταυτότητας, της ταυτοποίησης, της ενανθρώπισης, της πλήρους αυτοεκπλήρωσης”

***

Ενώ τα απόλυτα ζητήματα που ορίζουν την ύπαρξή μας (θάνατος, ελευθερία, μοναξιά και απουσία νοήματος) μπορεί να είναι επώδυνα, τρομακτικά ή και τραγικά, είναι δυνατό να συμφιλιωθούμε μαζί τους αναστοχαζόμενοι την ανθρώπινη κατάσταση και δουλεύοντας ενεργά προς μια αποδοχή της κοινής μας μοίρας. Παρόλο που αυτά τα ζητήματα αποτελούν ουσιαστικά άλυτα προβλήματα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε την παρατήρηση του Σενέκα για τη δύναμη της ανθρώπινης νόησης: “δεν υπάρχει τίποτα τόσο υπερβολικά δύσκολο και επίπονο για το μυαλό ώστε να μην μπορεί να το κατακτήσει με συνεχή αναστοχασμό”. Καθένας μας έχει την ικανότητα να ενσωματώσει τα απόλυτα ζητήματα της ύπαρξης στη ζωή του, να αναλογιστεί πάνω σε αυτά και τελικά να ανέλθει πάνω από αυτά. Γιατί όπως είπε και ο Νίτσε “Υπάρχουν ύψη της ψυχής από όπου ακόμα και η τραγωδία παύει να φαίνεται τόσο τραγική”. Ή με τα λόγια το Carl Jung “Τα μεγαλύτερα και βασικότερα προβλήματα της ζωής είναι θεμελιωδώς άλυτα. Δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνο να ξεπεραστούν σε ύψος. Αυτό που σε ένα κατώτερο επίπεδο οδηγούσε στις πιο άγριες συγκρούσεις και σε αισθήματα πανικού, όταν το θεωρούμε από το υψηλότερο επίπεδο της προσωπικότητας τώρα μοιάζει με την καταιγίδα σε μια κοιλάδα όπως φαίνεται από μια ψηλή κορυφή. Αυτό δε σημαίνει ότι η καταιγίδα δεν είναι πλέον πραγματική αλλά ότι αντί να είμαστε μέσα της, τώρα είμαστε από πάνω της”.